Πέμπτη, 18 Σεπτεμβρίου 2008

Το Χτικιό - ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΕΤΟΥΔΑΚΗΣ

Στη μάχη των αναμνήσεων έχει αποδυθεί στο τελευταίο του βιβλίο με τίτλο «Το Χτικιό» ο Δημήτρης Αετουδάκης κι άθελά του γυρίζει πίσω και το δικό μου ρολόι του χρόνου. Άνθρωπος υπερδραστήριος, αεικίνητος, της προσφοράς, ο συγγραφέας. Με ευπρέπεια και ήθος. Με προσφορά αξιοζήλευτη σε κάθε τομέα που έχει κεντρίσει το ενδιαφέρον του και έχει ασχοληθεί. Καταξιωμένος και πολυγραφότατος λογοτέχνης με πλούσιο συγγραφικό έργο. Αυτός είναι με δυο λόγια ο Αετουδάκης, όπως εγώ τον γνώρισα.
Έχω γράψει κι άλλες φορές πως αισθάνομαι άβολα την κάθε φορά που νιώθω την ανάγκη να σχολιάσω κάποια του δουλειά γιατί μας συνδέουν στενοί, ακατάλυτοι φιλικοί δεσμοί. Από τότε που φοιτητής εγώ, λίγο μετά το ’70, τρόφιμος της Κρητικής Εστίας στο Παγκράτι, τον πρωτοσυνάντησα. Αποκαταστημένος επαγγελματικά αυτός στον Φοίνικα που μεγαλουργούσε επί ημερών Γεωργίου Βογιατζάκη. Επιφανές μέλος της Παγκρητίου Ενώσεως από όλους αποδεκτός, σε όλους καταδεκτικός, μ’ ένα πλατύ χαμόγελο και μια καλή κουβέντα για τον καθένα. Πώς να ξεχάσω τον τρόπο που μας πλησίαζε, μας συμβούλευε, μας βοηθούσε. Αδύνατον να λησμονήσω το ενδιαφέρον που έδειχνε για κάθε φοιτητή, τις ενέργειες που έκανε για να μας βρει δουλειά εκμεταλλευόμενος τις γνωριμίες του, τις φιλολογικές συζητήσεις, τις θεωρίες, τις αναλύσεις, τις προσπάθειές του να μας μεταδώσει γνώσεις και να μας μυήσει σε ιδέες την ώρα που η Μαρία, η αδελφή του, φρόντιζε το λιτό πιάτο, πιο ζεστό κι από την καρδιά τους, που θα μας κρατούσε συντροφιά για το υπόλοιπο βράδυ.
Ο Δημήτρης ήταν για μας ο προστάτης όλα αυτά τα δύσκολα χρόνια της δικτατορίας, ο μπιστικός φίλος, ο μεγάλος αδελφός. Και πάντα ο αγιάτρευτος καημός του ήταν η Κρήτη γενικότερα και ειδικότερα το Ρέθυμνο. Η ψυχή του βρισκόταν κολλημένη μόνιμα στην πέρα από το γιαλό μικρή πολιτεία που τον γέννησε και στο χωριό του, το Ατσιπόπουλο, που δεν λησμόνησε ποτέ. Αντίθετα, ύμνησε και τα δυο με τη γραφίδα του που, θέλει δεν θέλει, συγκινεί γιατί βγάζει λαχτάρα, συναίσθημα, περηφάνια και πόνο.
Κοντεύουν σαράντα χρόνια από τότε που τον γνώρισα. Άπειρες φορές μου είχε δοθεί η ευκαιρία να τον θαυμάσω για χίλια δυο, περισσότερο για της ψυχής του το μεγαλείο όμως. Για την ανιδιοτελή προσφορά του, για τη σοφία που, καταστάλαγμα μιας πλούσιας ζωής, τον χαρακτηρίζει. Για την τάση του να γίνεται ο ίδιος παράδειγμα προς μίμηση. Άλλωστε πρόσφατα μόλις παρέδωσε οικειοθελώς την προεδρία του Συλλόγου Ρεθυμνίων «Το Αρκάδι», ανοίγοντας τον δρόμο σε νεώτερους. Την ώρα που άλλοι μένουν γαντζωμένοι πεισματικά στην όποια τους καρέκλα, ο Δημήτρης έδωσε και σ’ αυτόν τον τομέα το παράδειγμα.
Γνώριζα μέσες άκρες πως είχε μεγαλώσει ορφανός, απροστάτευτος στην ουσία κι ίσως οι δυσκολίες που αντιμετώπισε να ήταν η αιτία που διαμόρφωσε αυτόν τον χαρακτήρα. Δεν ήξερα ωστόσο λεπτομέρειες μέχρι που ο ίδιος αποφάσισε να τις δημοσιοποιήσει με «Το Χτικιό», κάνοντας παράλληλα το καλύτερο μνημόσυνο στην αδικοχαμένη οικογένειά του. Μόνο σαν παραμύθι με κακό τέλος μπορώ να δώσω το στόρι του βιβλίου.
Ήταν μια φορά κι έναν καιρό στην ταραγμένη περίοδο του μεσοπολέμου μια ευτυχισμένη πολυμελής οικογένεια. Τελωνειακός ο πατέρας, μορφωμένος για τα δεδομένα της εποχής, άξιος και δραστήριος. Αφοσιωμένη σύζυγος και μητέρα η μάνα, τέσσερα αγόρια και δυο κορίτσια τα παιδιά που συμπλήρωναν την οικογένεια. Μα ήρθαν χρόνοι δίσεκτοι και κακοί και φθόνησαν την τόση ευτυχία. Απολύθηκε από την υπηρεσία του ο πατέρας που άνοιξε διασαφιστικό γραφείο στη συνέχεια, που όμως εξαπατήθηκε πάλι από έναν μεγαλέμπορο κι αναγκάστηκε να πουλήσει την περιουσία του για να ξεμπλέξει. Κάπου εκεί πύκνωσαν τα σύννεφα του πολέμου κι ο Γιάννης, ο πρωτότοκος, βρέθηκε στο Αλβανικό μέτωπο απ’ όπου γύρισε τραυματίας μεν, ήρωας δε, καμάρι των γονιών του και της πολιτείας.
Οι στερήσεις και οι κακουχίες της Κατοχής εξασθένισαν τον ήδη ταλαιπωρημένο πατέρα που πέθανε τον πρώτο χρόνο. Ακολούθησε η Κυριακούλα, η αδελφή, μια κόρη δεκατεσσάρων χρονών που πριν προλάβει ν’ ανθίσει, έλιωσε κι έσβησε σαν κερί νικημένη από το χτικιό που ρήμαζε τα στενά της κουρσεμένης πόλης. Δεν άντεξε η μάνα τα τόσα θανατικά κι ακολούθησε κύρη και κόρη. Στο μεταξύ στο Ρέθυμνο η Αντίσταση γιγαντωνόταν κι οι πρώτες ομάδες αποχτούσαν δομή και οργάνωση. Με τον ΕΟΡ συντάχθηκε ο μεγάλος, ο Γιάννης, με την ΕΠΟΝ οι μικρότεροι, Γιώργης και Λευτέρης.
Η απελευθέρωση μόνο προσωρινή ανακούφιση προσφέρει στη ρημαγμένη Ελλάδα και τη χαροκαμένη οικογένεια Αετουδάκη. Ο ένας αδελφός, ο Λευτέρης, στρατεύθηκε στα χρόνια του Εμφυλίου και έπεσε ηρωικά στην περιοχή του Ολύμπου. Είχε προλάβει όμως το χτικιό κι είχε χτυπήσει πάλι. Ο άλλος αδελφός, ο Γιώργης, στα είκοσι πέντε του μόλις χρόνια άφησε τον μάταιο τούτο κόσμο με παράπονο μεγάλο κι ένα δάκρυ που είχε πετρώσει στο άψυχο πρόσωπό του. Κι απόμεινε ο γνωστός μας Δημήτρης κι η μικρή Μαρία πεντάρφανα στο έλεος της μοίρας και των αέρηδων.
Αυτή είναι η ιστορία του βιβλίου, φίλε αναγνώστη. Γραμμένη από έναν τεχνίτη του λόγου μ’ έναν ψυχισμό σπάνιο που συγκλονίζει. Και βέβαια, παρένθετο, παρουσιάζει ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής και της τοπικής ιστορίας. Από τους Υψηλάντες και τη Μεγάλη Επανάσταση, μέχρι τη Μικρασία, τη Μεταξική περίοδο, την Κατοχή και τον Εμφύλιο. Δυο παρατηρήσεις μόνο έχω να κάνω. Η πρώτη, μια ασήμαντη λεπτομέρεια, αφορά το αεροδρόμιο που ο συγγραφέας το τοποθετεί στην απλάδα Πλατανιά-Μυσσιρίων, ενώ το μόνο αεροδρόμιο που έχω ακουστά εκτεινόταν από τη θέση που είναι το σημερινό El Greco και ανατολικά μέχρι το Σφακάκι.
Η δεύτερη και πιο ουσιαστική είναι ιδεολογικής κυρίως φύσεως κι έχει να κάνει με τη στάση του λαού μας απέναντι στους Αμερικάνους. Όσο κι αν σε στεναχωρήσω, φίλε μου Δημητράκη, δυστυχώς η πραγματικότητα είναι αυτή και δεν αλλάζει. Πράγματι βοήθησαν οι Αμερικάνοι τότε. Και βοήθεια έστειλαν και σχέδια έκαναν και δόγματα έβγαλαν. Για το συμφέρον τους όμως. Για να αλυσοδέσουν για άλλη μια φορά τούτον τον δύστυχο τόπο στο άρμα τους. Μαζί με τους Άγγλους παλινόρθωσαν τους Γλύξμπουργκ και μαζί τις αμερικανόδουλες κυβερνήσεις που γέμισαν με αγωνιστές της Αντίστασης τις φυλακές, τα ξερονήσια κι έβαζαν τα εκτελεστικά αποσπάσματα να δουλέυουν ασταμάτητα σκοτώνοντάς τους άδικα. Τα γνωρίζεις όλα αυτά και με συγχωρείς που πήρα φόρα και τα θίγω. Όμως δεν πρέπει να ξεχνιέται, κι είναι χρέος μας αυτό, η συμβολή της Αμερικής στην επιβολή της δικτατορίας που, εκτός των άλλων, είχε σαν αποτέλεσμα την προδοσία και την τραγωδία της Κύπρου.
Με τις δυο παρατηρήσεις μου αυτές ούτε εις το ελάχιστο δεν θέλω να μειώσω την αξία του βιβλίου που κατ’ επανάληψη με συγκίνησε και με συγκλόνισε. Να είσαι καλά, φίλε Δημήτρη, και να εξακολουθήσεις να προσφέρεις, γιατί μόνο έτσι θα αισθάνεσαι ευτυχής.