Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2009

Στυλιανός Βαρδάκης ΚΑΙ Στυλιανός Μανιουδάκης ΔΥΟ ΡΕΘΕΜΝΙΩΤΕΣ ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΑΠO ΤΗ ΓΡΑΜΒΟΥΣΑ ΩΣ ΤΗ ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ - ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΡΟΥΛΗΣ

Αφημένο στην άκρη του γραφείου μου, πάνω στη στίβα των προς ανάγνωση βιβλίων, περίμενε υπομονετικά τη σειρά του το τελευταίο πόνημα του πολυγραφότατου και αεικίνητου προέδρου της ΙΛΕΡ, Μιχάλη Τρούλη. Σίγουρα δεν το παράτησα από έλλειψη ενδιαφέροντος, ούτε το αδίκησα σε σχέση με τα υπόλοιπα. Δεν μου επιτρεπόταν άλλωστε κάτι τέτοιο, αφού ο συγγραφέας του, ο φίλος Μιχάλης Τρούλης, μου έκανε την τιμή να μου αφιερώσει το πρώτο αντίτυπο. Να το χορτάσω ήθελα. Να έχω τον χρόνο να το διαβάσω προσεκτικά, χωρίς πιέσεις και βιασύνες, και αυτό έκανα. Εκτός από τα παραπάνω όμως, είναι και το θέμα που απαιτεί μια περισσότερο προσεγμένη προσέγγιση. Σταγόνες της σχετικά πρόσφατης ιστορίας, μας προσφέρει αυτή τη φορά ο συγγραφέας, παρουσιάζοντας τη ζωή και τη δράση δύο σπουδαίων Ρεθεμνιωτών αγωνιστών, του Στυλιανού Βαρδάκη και του Στυλιανού Μανιουδάκη, που έδρασαν από τη Γραμβούσα ως τη Μάχη της Κρήτης.

Ο Στυλιανός Βαρδάκης, ο επονομαζόμενος Ροδακινιώτης, γεννήθηκε στο Ροδάκινο του Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνης. Απόκτησε μεγάλη περιουσία και έχαιρε της εκτίμησης όλων για την ορθή του κρίση, τη φρόνηση και τη σωματική του ρώμη. Μετείχε ως πληρεξούσιος Ρεθεμνιωτών αγωνιστών στη συγκέντρωση των Κρητών στα Μπουτσουνάρια Χανίων, τον Απρίλιο του 1858, όπως και σε ανάλογης σπουδαιότητας συγκεντρώσεις. Στην Επανάσταση του 1866-1869 μετείχε ως Αρχηγός των οπλαρχηγών του μεσημβρινού τμήματος της Επαρχίας Ρεθύμνου και έλαβε μέρος στις μάχες που έγιναν σε διάφορες περιοχές. Στην Επανάσταση του 1878 μετείχε αρχικά ως πληρεξούσιος της πόλης του Ρεθύμνου και στη συνέχεια ως Αρχηγός των οπλαρχηγών και κατοίκων της επαρχίας του, την οποία εκπροσώπησε και στη Σύμβαση της Χαλέπας. Η συμμετοχή του στην Επανάσταση του 1889 του στοίχισε τη σύλληψη, την καταδίκη με μεγάλο πρόστιμο και τη δεκαπενταετή εξορία στην Αφρική, από την οποία σώθηκε γιατί τα κατάφερε να δραπετεύσει.

Ένας άλλος ήρωας, αγνοημένος της ιστορίας, είναι ο Στυλιανός Μανιουδάκης. Γεννήθηκε στους Αρμένους Ρεθύμνου και ήταν απόγονος αγωνιστών. Γι’ αυτό αισθανόταν πολλαπλό το χρέος να συνεχίσει τον δρόμο που πορεύτηκαν ο πατέρας και ο παππούς του. Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι 1912-1913 τον βρήκαν να σπουδάζει στη Νομική Αθηνών. Αμέσως ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα της ψυχής του και στρατεύτηκε ως εθελοντής. Μετά τη λήξη του πολέμου συνέχισε τις σπουδές του και στη συνέχεια επέλεξε να καταταγεί στη Χωροφυλακή. Αποστρατεύτηκε μετά το Κίνημα του 1935 και άσκησε τη δικηγορία. Με την κήρυξη του πολέμου του 1940 ανακλήθηκε από την αποστρατεία και με εντολή του τότε Πρωθυπουργού Εμμανουήλ Τσουδερού, του ανατέθηκε η διοίκηση της Χωροφυλακής Ρεθύμνου. Σκοτώθηκε στο Ρέθυμνο κατά τον βομβαρδισμό της Εθνικής Τράπεζας μαζί με τον Νομάρχη Γεώργιο Τσαγρή.

Ο Μιχάλης Τρούλης είναι γνωστός φιλόλογος με ιδιαίτερη αγάπη στα ιστορικά και λαογραφικά στοιχεία. Είναι γνωστό πως παθιάζεται με όποιο θέμα καταπιαστεί και το αποτέλεσμα είναι να μας πλουτίζει με βιβλία και γνώσεις. Το ίδιο έκανε και με το παραπάνω βιβλίο. Και βέβαια, πιστός στις αρχές του, φρόντισε να περιλάβει στις σελίδες του φωτογραφίες, ντοκουμέντα, καθώς και άφθονο, αδημοσίευτο, αρχειακό υλικό.

Τετάρτη, 23 Δεκεμβρίου 2009

ΑΝΤΩΝΗ Κ. ΖΑΧΑΡΑΚΗ - Ποιητικά σκιρτήματα

Μου είναι εξαιρετικά δύσκολο να γράψω για τον Αντώνη Ζαχαράκη. Το έχω επισημάνει αρκετές φορές αυτό. Είναι που τον έχω θείο αγαπητό, είναι και κάτι σαν δέος που με καταλαμβάνει, γιατί, αυτόν τον εξαίσιο άνθρωπο, είχα την αγαθή τύχη να τον έχω και δάσκαλο. Από αυτόν έμαθα τα πρώτα μου γράμματα, σε αυτόν οφείλω πολλά. Τι θα πει φιλότιμο, σεβασμός στον συνάνθρωπο, αγάπη, καλοσύνη. Του περίσσευαν αυτά του Αντώνη και δεν τσιγκουνευόταν να τα μοιράζει απλόχερα. Σε φίλους και συγγενείς. Σε χωριανούς και σε απλούς γνωστούς, τα δύσκολα εκείνα χρόνια, τα παλιά, και όχι μόνο.

Φτωχός και ο ίδιος, ορφανός, μεγαλωμένος με το αίμα της ψυχής της θειας μου, της Ζαχαράκαινας. Μοναχογιός. Κανακεμένος όσο λίγοι, από όλους. Θα μπορούσε να το έχει πάρει πάνω του, να έχει σηκώσει ενάμισι μέτρο μύτη και να νοιάζεται για τον εαυτούλη του και μόνο. Θα μπορούσε ακόμη να μεγαλώσει, κουβαλώντας μέσα του ζήλια και χιλιάδες συμπλέγματα. Ίσως και μίσος για τους ανθρώπους. Και όμως, τις στερήσεις, τα βάσανα και τις ταλαιπωρίες που πέρασε, κατάφερε να τις μετουσιώσει σε γνώσεις, σε καλοσύνη και σε χωρίς όρια αγάπη. Να τις κάνει τραγούδια και να τις μοιράζει δεξιά και αριστερά. Αδιακρίτως.

Έγινε δάσκαλος. Τίμησε το χωριό που τον ανάστησε, το σόι, τους νέους που τον λάτρεψαν και τους γέρους που τον σεβάστηκαν. Το λειτούργημά του. Κατάφερε να μεταλαμπαδεύσει τα ιδανικά στα οποία πίστεψε και τα οποία υπηρέτησε με αφοσίωση, σε όσους είχαν την τύχη να τον συναντήσουν στον δρόμο τους και πολύ περισσότερο στους μαθητές του. Γι’ αυτό δυσκολεύομαι να γράψω για τον Αντώνη Ζαχαράκη. Γιατί φοβούμαι μην τον αδικήσω στο τέλος τέλος.

Όμως, εκτός των παραπάνω, ο Ζαχαράκης είναι ένας πολυγραφότατος, με πλούσιο και αξιοζήλευτο συγγραφικό έργο, τόσο στον πεζό, όσο και στον ποιητικό λόγο, πράγμα που δεν μου επιτρέπεται να το παραγνωρίσω, ούτε να το αποσιωπήσω.

Το τελευταίο του βιβλίο, που το ονομάζει «Ποιητικά σκιρτήματα», το αφιερώνει, πού αλλού; Στα νιάτα, που τόσο αγάπησε και που εξακολουθούν να τον τιμούν. Απόλυτα πετυχημένη κρίνω την παραπάνω αφιέρωση και για έναν ακόμη λόγο. Γιατί και ο ίδιος, σε πείσμα των καιρών, εξακολουθεί να είναι νέος. Με μια ψυχή φρέσκια, ολόδροση, με καθαρότητα σκέψης και δημιουργική πένα.

Να κριτικάρω το έργο του, ούτε μπορώ, ούτε μου πάει. Άλλωστε το έχουν κάνει πολλοί, ικανότεροι και αξιότεροι από εμένα. Το δείχνει η αγάπη του κόσμου και η αναγνωσιμότητα, τόσο των βιβλίων, όσο και των ποιημάτων του, που δημοσιεύονται συχνά στον ημερήσιο τύπο. Ένα μου απομένει μόνο. Να του πω δημόσια ένα μεγάλο ευχαριστώ για όλα όσα μου έμαθε. Για όσα πρόσφερε από καρδιάς στα αγρίμια, που για δεκαετίες του εμπιστεύτηκαν, γονείς και πολιτεία για να τα κάνει ανθρώπους. Για την επιμονή του να διδάσκει.

Συγχαρητήρια, καλέ μου δάσκαλε και εύχομαι το καινούριο σου βιβλίο να είναι το ίδιο καλοτάξιδο όπως ακριβώς και τα προηγούμενα. Να εξακολουθείς να ζεις ευτυχισμένος μαζί με τη Χαρά σου, πλαισιωμένος από παιδιά και εγγόνια. Και να δημιουργείς, βέβαια.

Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2009

Ευγενία Ζαμπετάκη - Ο σχιστομάτης Άγγελος

Είναι γνωστή στη Ρεθεμνιώτικη κοινωνία η Ευγενία Ζαμπετάκη, η δασκάλα, όπως γνωστό είναι και το μέχρι τώρα έργο της και μια επανάληψη θα ήταν περιττή. Ωστόσο, «Ο σχιστομάτης Άγγελος», ένα βιβλίο που αναφέρεται σε ένα χαρισματικό κατά τα άλλα παιδί, που όμως πάσχει από το σύνδρομο Down, είναι συγκλονιστικό.

Χρειάζεται μεγάλη ευαισθησία για να καταπιαστεί κάποιος με αυτό το θέμα. Και περίσσια ψυχής. Και μεγαλείο. Στοιχεία που διαθέτει σε υπερθετικό βαθμό η ευαίσθητη συγγραφέας. Η όλη ιστορία είναι συναρπαστική. Περιγράφει τη λαχτάρα δύο νέων ανθρώπων, του Γιακουμή και της Ασημίνας, να αποκτήσουν ένα παιδί. Τη σπουδή τους να ετοιμάσουν τα μωρουδιακά, τις προετοιμασίες της γέννας, τις αγωνίες της μάνας. Τη μαγεία της γέννησης, τη χαρά για τον ερχομό του πολυπόθητου αγοριού, την απογοήτευση της νεαρής μητέρας μόλις αντίκρισε τον σχιστομάτη. Την πίκρα της, τον θυμό και την απογοήτευσή της.

Τον Γολγοθά της ύστερα, που εκτός από τον καημό για το άρρωστο παιδί, την ντροπή και τον φόβο για την κατακραυγή, είχε να αντιμετωπίσει και την εγκατάλειψη του συζύγου. Την ανέχεια, τη στέρηση, το φάσμα της πείνας. Τις διεργασίες που λάμβαναν χώρα στο εσωτερικό του εγκεφάλου της, το πείσμα, το μητρικό ένστικτο που γεννήθηκε έξαφνα μέσα της και ατσάλωσε με δύναμη το κορμί και την ψυχή της. Και όλα αυτά δοσμένα με ένα τρόπο λυρικό και ένα λόγο ποιητικό, που καθηλώνει.

Εικόνες ολοζώντανες. Να, έτσι να απλώσεις το χέρι σου θαρρείς και τις αγγίζεις. Σκηνές που σοκάρουν. Και όμως, μέσα σε αυτό το καταθλιπτικό σκηνικό που θα μπορούσε να προκαλέσει αισθήματα αποτροπιασμού, έχει κρατήσει κυρίαρχο ρόλο για την Ελπίδα. Η μάνα δεν το βάζει κάτω και παρηγοριέται μόνη της. Δεν είναι το παιδί της άρρωστο, λέει. Ούτε άχρηστο. Χαρισματικό είναι, που με την αγάπη, τη στοργή και τη φροντίδα εκπαιδεύεται και γίνεται ένα άτομο χρήσιμο. Είναι πράο, χαμογελαστό, καλόψυχο, είναι ο γιος της, ο όμορφος, ο σχιστομάτης. Όμως τη συνέχεια θα αφήσω εσένα, φίλε αναγνώστη, να την απολαύσεις.

Σίγουρα, «Ο σχιστομάτης Άγγελος» δεν είναι ένα συνηθισμένο βιβλίο. Αντίθετα, ξεχωρίζει και γι’ αυτό αξίζει να διαβαστεί από όλους. Και να αγοραστεί για ένα επιπλέον λόγο. Τα χρήματα από την πώληση του βιβλίου, θα διατεθούν εξ ολοκλήρου στα παιδιά με νοητική στέρηση και θα ενισχύσουν τις προσπάθειες των γονέων αυτών των παιδιών, ώστε να γίνει ένας όμορφος ξενώνας που θα φιλοξενεί αυτά τα άκακα πλάσματα, όταν οι ίδιοι δεν θα είναι σε θέση να τους προσφέρουν τη βοήθειά τους. Άλλωστε, ένα αγωνιώδες ερώτημα επαναλαμβάνει η συγγραφέας στις σελίδες του παραπάνω βιβλίου. Είναι η αγωνία της μάνας που αναρωτιέται συνεχώς τι θ’ απογίνει το παιδί όταν αυτή και ο άντρας της πεθάνουν.

Στις γκρίζες εποχές που ζούμε οι όποιες φωτεινές πρωτοβουλίες πρέπει να επισημαίνονται. Και να αναδεικνύονται. Και να παραδειγματίζουν. Θερμά συγχαρητήρια, κυρία Ευγενία. Και σ’ εσένα και σε όσους αγκάλιασαν τον σχιστομάτη σου. Τον Δήμαρχο Ρεθύμνης, Γιώργο Μαρινάκη και την υπεύθυνη του Δήμου για τα πολιτιστικά, Πέπη Μπιρλιράκη, που τον έθεσαν υπό την αιγίδα του Δήμου. Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει, τέλος, στον Μανόλη Χαλκιαδάκη, που τον τύπωσε αφιλοκερδώς.

Παρασκευή, 13 Μαρτίου 2009

Χρυσούλα Δημητρακάκη - Το θρόισμα του μεγάλου δρυγιά

Μου αρέσει το διάβασμα. Και το γράψιμο επίσης. Με συνεπαίρνει η αιώνια μάχη με τα μικρά, απείθαρχα, γράμματα της αλφαβήτου και η αέναη προσπάθεια που απαιτείται για να μπουν στη σειρά. Η μαγεία του σχηματισμού λέξεων και προτάσεων και ο αιχμαλωτισμός, εντέλει, στο χαρτί εννοιών ολοκληρωμένων ή ακόμη κι ανολοκλήρωτων. Η διαρκής νευρικότητα που προκαλείται από την ανασφάλεια ή μάλλον τη βεβαιότητα πως κάτι άλλο ήθελα να γράψω, κάπως αλλιώς να τ’ αποδώσω και μου ξέφυγε. Περισσότερο με συγκινεί ωστόσο η αίσθηση ενός φρεσκοτυπωμένου βιβλίου που συνειρμικά μου φέρνει στον νου το ζεστό φρεσκοξεφουρνισμένο ψωμί που με προκαλεί έτσι αφράτο όπως είναι κι αχνιστό, που αφήνει λεύτερα τ’ αρώματά του να παρασυρθούν από τ’ αέρι και να πλημμυρίσουν τις γειτονιές. Με εξιτάρει ακόμη το μυστήριο του παραφουσκωμένου φακέλου που το περικλείει, σαν κι αυτού που μόλις προ ημερών έλαβα, η αγωνία μέχρι την αποκάλυψη, το αρχικό τρέμουλο των χεριών και το πρώτο βιαστικό ξεφύλλισμα.

Είναι περίεργο, αλλά κάποια πράγματα δεν αλλάζουν με τα χρόνια. Ίδια η αίσθηση του «τώρα» μ’ αυτήν που είχα «τότε», στα πρώτα μαθητικά μου χρόνια. Το μάτι, αρχικά ανυπόμονο, που ήθελε με μια ματιά μόνο ν’ αποκαλύψει το μυστικό που έκρυβε το βιβλίο, να αποκωδικοποιήσει το μήνυμά του, να ταξινομήσει τις πληροφορίες και τις γνώσεις, να προβληματιστεί, να μείνει μετέωρο πριν τις μετουσιώσει και τις κάνει κτήμα, καλά φυλαγμένο, στις πολυδαίδαλες αποθήκες του νου.

Ένα δέος μου προκαλούσαν τα βιβλία πάντα. Φόβο και σεβασμό μαζί που εντάθηκε με τα χρόνια. Ειδικά όταν πρόκειται για δημιουργίες και πονήματα φίλων. Φόβο μην τα παρεξηγήσω και σεβασμό για να με εμπιστευτούν με τη σειρά τους, μου ανοιχτούν και μου επιτρέψουν να τα καταλάβω. Τα ίδια συναισθήματα δηλαδή που μου προκαλούσε ανέκαθεν το γράψιμο της Χρυσούλας Δημητρακάκη. Δεν είναι εύκολο, ούτε με την πρώτη κατανοητό. Αυτό πρέπει να το παραδεχτώ δημόσια. Κι αν δεν του δώσω τη δέουσα προσοχή, πάει, μου ξέφυγε το νόημα, πέταξε μακριά, ατίθασο, γάργαρο και κελαρυστό σαν το γέλιο της Χρυσούλας κι άντε να το μαζέψω μετά.

Το χώμα ζυμώνει η Χρυσούλα, τον ήλιο, το φως, τη θάλασσα. Μαζί με τις ψυχής της την αγωνία, τη μόνιμη αναζήτηση, τον έρωτα, τη λαχτάρα για τη λύτρωση και πλέκει έναν ιστό περίτεχνο και εγκλωβίζει τον αναγνώστη που ψάχνει απεγνωσμένα να βρει οδό διαφυγής. Κι όσο θεωρεί πως την πλησιάζει, τόσο αυτή του ξεφεύγει κι απομακρύνεται ακόμη πιο πέρα, ακόμη πιο μακριά και μπερδεύεται έτσι στον μαγικό κόσμο της αναζήτησης με μόνη διέξοδο την ελπίδα. «Γιατί δεν υπάρχει καμία άλλη επιλογή, παρά μονάχα να ελπίζουμε».

«Το θρόισμα του μεγάλου δρυγιά», το πέμπτο βιβλίο της Χρυσούλας Δημητρακάκη, είναι μια συλλογή δοκιμίων και ποίησης που παντρεύει, μεταφορικά πάντα, την αρμύρα της φουρτουνιασμένης θάλασσας με το ανάλαφρο θρόισμα που προκαλεί στα φύλλα του μεγάλου δρυγιά το χάδι του μερωμένου αέρα αναζητώντας την ουσία.

«Είμαστε,

λίγο χώμα και λίγο βροχή.

Μια ανάσα είμαστε,

που όταν δεν υπάρχει,

γινόμαστε κενό κουφάρι, χωρίς νόημα».